Εργασία που δεν σχετίζεται με το αντικείμενο των σπουδών τους αναλαμβάνουν 4 στους 10 Έλληνες
-
Αναντιστοιχίες μεταξύ σπουδών, προσόντων και αντικειμένου εργασίας διαπιστώνει έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ με συνεργασία με τις εταιρίες Alco, Metron Analysis και Prorata.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια σύνθετη εικόνα για τη σχέση ανάμεσα στις δεξιότητες, στην εργασία, στο ανθρώπινο δυναμικό και στη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση.Πιο συγκεκριμένα, τέσσερις στους δέκα εργαζομένους, ποσοστό 42,6%, δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους. Την ίδια στιγμή, λίγο περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα, ποσοστό 44,2%, δηλώνουν ότι η σχέση αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη. Η εικόνα δείχνει ότι η σύνδεση ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στην πραγματική εργασία παραμένει αδύναμη για ένα πολύ σημαντικό τμήμα των εργαζομένων, παρότι εξακολουθεί να λειτουργεί θετικά για ένα σχεδόν ισοδύναμο ποσοστό.
Η σχέση σπουδών και εργασίας συνδέεται σε υψηλό βαθμό με την ανταπόκριση των εργαζομένων στα καθήκοντά τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η σύνδεση των σπουδών ή των προσόντων των εργαζομένων με την εργασία τους τόσο μεγαλύτερη ανταπόκριση έχουν στα καθήκοντά τους. Μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, περισσότεροι από τους μισούς, 55,4%, αναφέρουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους είναι πολύ ή πάρα πολύ σχετικά με την εργασία τους. Αντίθετα, μεταξύ όσων δηλώνουν μικρό βαθμό ανταπόκρισης, εννέα στους δέκα, 90,1%, δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.Αναντιστοιχία σπουδών - εργασίας
Η αναντιστοιχία σπουδών και εργασίας είναι εντονότερη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση, ποσοστό 72,9%, δηλώνουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους, όπως και το 66,2 των εργαζομένων σε μερική απασχόληση. Η εικόνα δείχνει ότι όσο πιο ασταθής ή περιορισμένη είναι η μορφή απασχόλησης, τόσο ασθενέστερη εμφανίζεται η αξιοποίηση των σπουδών και των προσόντων στην πραγματική εργασία.Σχεδόν δύο στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό 65%, θεωρούν ότι διαθέτουν το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων με αυτό που απαιτεί η θέση εργασίας τους. Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους δέκα, ποσοστό 29%, δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, ενώ μόλις το 3,6% θεωρεί ότι οι δεξιότητές του είναι χαμηλότερες από τις απαιτούμενες. Το εύρημα δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα ελλείψεων δεξιοτήτων, αλλά και ζήτημα περιορισμένης αξιοποίησης δεξιοτήτων που ήδη υπάρχουν.
Για τους εργαζομένους που δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, οι αιτίες συνδέονται κυρίως με περιορισμούς της αγοράς εργασίας. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα, 39%, αναφέρουν ότι ενδιαφέρονταν να βρουν άμεσα δουλειά, ακόμη και αν τα προσόντα τους ήταν περισσότερα από αυτά που απαιτούσε η θέση. Περίπου δύο στους δέκα, 20,8%, επέλεξαν τη θέση για λόγους εργασιακής σταθερότητας, ενώ αντίστοιχο ποσοστό, 20,4%, δηλώνει ότι οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του είναι περιορισμένες.Για την ομάδα εργαζομένων που δηλώνει ότι οι δεξιότητές της είναι χαμηλότερες από αυτές που απαιτεί η θέση εργασίας, ο βασικός παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία. Σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 47,9%, αποδίδει εκεί την αναντιστοιχία. Σχεδόν δύο στους δέκα, 18,3%, αναφέρουν την έλλειψη κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, ενώ περίπου ένας στους δέκα, 10,8%, συνδέει το πρόβλημα με τις τεχνολογικές μεταβολές που κάνουν την εργασία πιο απαιτητική.
Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητες θα ήθελαν περισσότερο να βελτιώσουν, σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, αναδεικνύει τις ψηφιακές δεξιότητες ως πρώτη προτεραιότητα. Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, με 27,9%, οι γνωστικές δεξιότητες, με 24,2%, οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες, με 21,4%, και οι τεχνικές δεξιότητες, με 20,6%. Η εικόνα δείχνει ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων όχι μόνο τεχνικά, αλλά και οργανωτικά, γνωστικά και κοινωνικά.